Τρεις τρόποι για να δείτε τον πραγματικό σας εαυτό

Το υπ’ αριθμόν ένα εμπόδιο για τη συνειδητοποίηση είναι το να νομίζουμε πως γνωρίζουμε κάτι ενώ στην πραγματικότητα δεν το ξέρουμε καν.

Γνωστό ως avidya στην Γιόγκα Σούτρα του Πατάντζαλι το εμπόδιο αυτό (klesha) μεταφράζεται ως «δεν βλέπουμε καθαρά» και υποδηλώνει ότι η άγνοιά μας προέρχεται από έλλειψη πνευματικής ενόρασης.

Η avidya είναι η πρώτη από τις πέντε εσωτερικές καταστάσεις της ύπαρξής μας που μας εμποδίζουν την απελευθέρωση του εγώ ή την φώτιση. Η avidya (εγωισμός) ακολουθεί στη συνέχεια η raga (προσκόλληση) και η dvesa (αποστροφή για τον ανώτερο εαυτό) και τέλος η abhinivesa (ο φόβος του θανάτου), που είναι το τελικό klesha.

Αυτές οι διδασκαλίες δεν αποσκοπούν να μας αποθαρρύνουν, αλλά να μας προσφέρουν ένα μοντέλο από το οποίο μπορούμε να κατανοήσουμε τη φύση των εμπειριών της ζωής μας και να προχωρήσουμε προς τη μεγαλύτερη σαφήνεια και τη χαρά.

Όταν βιώνουμε την avidya, αισθανόμαστε εκκρεμείς κατά κάποιο τρόπο. Αυτό είναι αναγνωρίσιμο δεδομένου ότι οι περισσότεροι από εμάς αισθανόμαστε ανήσυχοι για ένα μεγάλο μέρος του χρόνου – αδιάκοπες προσπάθειες αναζήτησης χωρίς ποτέ να νιώθουμε ολοκληρωτικά αυτό που πραγματικά είμαστε. Ή ίσως η κατασπατάληση πάρα πολύ χρόνου για την ικανοποίηση ή τον αυτοπροσδιορισμό από πράγματα που είναι παροδικά.

Όταν μένουμε προσκολλημένοι σε μια συγκεκριμένη πίστη και δεν είμαστε σε θέση να εξετάσουμε μια άλλη οπτική γωνία, τότε λειτουργούν σε κατάσταση avidya. Όντας με ανήσυχο μυαλό αδυνατούμε να διακρίνουμε την αλήθεια πέρα από τις σημερινές επιθυμίες, δημιουργείται μία κατάσταση ασάφειας. Συναισθηματικά, η avidya εκδηλώνεται ως άγχος, φόβος της απόρριψης, ή ταραχώδη εναλλαγές της διάθεσης εντός του εσωτερικού τοπίου μας.

Αυτή η έλλειψη σαφούς οράματος οδηγείται από το εγώ – το κομμάτι του εαυτού μας που νομίζει ότι ξέρει τα πάντα και πρέπει να διατηρήσει τη θέση του ώστε να ελέγχει τα πάντα. Avidya μας οδηγεί μόνο σε ταλαιπωρία.

Έτσι έχουμε μία επιλογή: στις σκέψεις και τις πράξεις μας μπορούμε είτε να τροφοδοτήσουμε την avidya, ή να την αφήσουμε να λιμοκτονήσει. Όταν αρχίζουμε να απομακρυνόμαστε από την avidya συντελούμε πρόοδο προς την κατεύθυνση της σαφήνειας, θα αισθανόμαστε ηρεμία και λιγότερο άγχος.

Για να ξεπεράσετε την άγνοια και να απελευθερώσετε τον εαυτό σας από το εγώ, προσπαθήστε να εφαρμόσετε αυτές τις τρεις πνευματικές πρακτικές.

Ταπεινότητα

Δεν έχει σημασία πόση γνώση αποκτούμε, αρκεί να θυμόμαστε ότι το σύμπαν είναι άπειρο. Πρέπει να επιτρέψουμε τους εαυτού μας να ταπεινωθούν από αυτή τη συνειδητοποίηση. Μόνο όταν είμαστε πρόθυμοι να παραδεχτούμε ότι δεν πρέπει και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τα πάντα, τότε μπορούμε να ανοίξουμε την καρδιά μας στο Εαυτό μας που ξέρει και μπορεί να μας καθοδιγήσει στην Αλήθεια.

Μέσα από τις πρακτικές που θα μας βοηθήσουν στην εξάλειψη του εγώ γινόμαστε πιο ικανοί να δράσουμε από την πλευρά του Ανώτερου Εαυτού και όχι μέσα από μια ατομική θεώρηση των πραγμάτων.

Ενδοσκόπηση

Ενσωματώστε μια πειθαρχημένη διαδικασία αυτό-αντανάκλασης στην καθημερινότητά σας για να σας βοηθήσει να παραμείνετε επιφυλακτικοί με τις σωματικές, συναισθηματικές και νοητικές συνήθειες. Με προσεκτική παρατήρηση θα αρχίσετε να βλέπετε τους τρόπους που η άγνοια ή η έλλειψη σαφήνειας αρχίζει να μετατοπίζεται μέσα μας.

Αφοσίωση

Για να απαιτήσουμε το ξερίζωμα της ισχυρής σύνδεσης που κρατά τη φύση του εγώ, πρέπει να αφιερωθούμε με ευλάβεια σε αυτό που είναι υψηλότερο και μεγαλύτερο από τον εαυτό μας. Ακόμη κι αν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τι είναι αυτό, μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη διαφορά ανάμεσα στο εγώ/εαυτός και του εαυτού που είναι το φως μέσα μας. Ο διαλογισμός είναι ένας πολύ καλός τρόπος για να έρθουμε σε επαφή με αυτό την «Ουσία του Εαυτού» και να συνδεθούμε με την καθολική συνείδηση ώστε να ζήσουμε πιο ολοκληρωμένα.

Με ταπεινότητα, ενδοσκόπηση και αφοσίωση το εσωτερικό μας όραμα θα αποσαφηνιστεί και θα αρχίσουμε να ταυτιζόμαστε με τον αληθινό εαυτό μας. Υπερβαίνοντας την avidya θα αισθανόμαστε περισσότερη ειρήνη μέσα μας. Βιώνοντας την ταπεινή αναγνώριση της μη γνώσης των πάντων δεν θα αισθανόμαστε καμία ένταση ή διέργεση, αλλά μάλλον μια αδράνεια από την οποία θα είμαστε σε θέση να επιλέγουμε συνειδητά το αν θα μιλήσουμε, θα πράξουμε ή όχι.

Απάντηση